Για τον αγαπημένο φίλο και γείτονα Μήτσο “Σκάρλα” Μηχανό, που έγινε αναχωρητής από τη κοινωνική και πολιτική κρίση, τη κρίση αξιών

Ο Μήτσος γύρω στα 53 ένας πολίτης που ζει σε μία επαρχιακή κωμόπολη, πρώτος μαθητής στο γυμνάσιο, δεν σπούδασε λόγω οικονομικής ανέχειας, με τη μάνα και τη γιαγιά του να μεγαλώνουν αυτόν και τις δύο αδερφές του. Ανήσυχος τύπος, συμμετείχε σε όλες τις τοπικές διεργασίες, ιδρυτικό μέλος του τοπικού ΠΑ.ΣΟ.Κ., το άφησε μόλις διαπίστωσε πως εγκατέλειπε τις αρχές του και προσχώρησε στο ΚΚΕ. Απογοητευμένος και από αυτό έμεινε κομματικά άστεγος, δίνοντας πια τους μικρούς του πολέμους στα τοπικά προβλήματα. Έδωσε μάχη για την εκλογή ενός δημάρχου που εμπιστεύτηκε τις εξαγγελίες του και χάρις σ´ αυτόν εκλέχθηκε. Όμως, αντί για επίλυση των τοπικών προβλημάτων, η μοναδική του ενασχόληση ήταν το ρουσφέτι. Τότε πρωτοστάτησε στην δημιουργία δημοτικής κίνησης. Απέτυχε! Πολιτικάντικες και προσωπικές επιλογές επικράτησαν.

Ο Μήτσος τούτη τη φορά αντέδρασε διαφορετικά. Σταμάτησε να πολεμά πια στην πλατεία, να μάχεται στην αγορά, να ελπίζει. Κλείστηκε στο σπίτι του. Ρούπι δεν ξεμύτιζε. Κανείς δεν ήξερε αν ζούσε και πως. Αρκετά αργότερα μερικοί φίλοι και γείτονες, σφυρίζοντας τον καλούσαν κι αυτός άνοιγε το μισό παραθυρόφυλλο χαιρετώντας τους. Τίποτα άλλο. Ο Μήτσος έγινε ένας αναχωρητής.

Ξαφνικά μάθαμε πως έθεσε υποψηφιότητα στις δημοτικές εκλογές, στηρίζοντας τον υποψήφιο δήμαρχο, όχι τόσο γιατί του άρεσε, αλλά για να μην επανεκλεγεί ο παλιός. Οι φίλοι του είδαν την ενέργεια του αυτή σαν ένα νέο άνοιγμα του στην κοινωνική ζωή. Διαψεύτηκαν όμως. Ο Μήτσος εξακολουθούσε να μη βγαίνει απ’ το σπίτι του. Παρ´όλα αυτά εκλέχθηκε και μάλιστα τρίτος στη σειρά.

«Έ´τούτη τη φορά που θα πάει θα βγει απ’ το σπίτι του τουλάχιστον μέχρι το Δημαρχείο στις συνεδριάσεις του δημοτικού συμβουλίου». Ο Μήτσος όμως σταθερός στην απόφαση του επέλεξε να μην εγκαταλείψει το ησυχαστήριο του για να πάει να ορκιστεί και έτσι εξέπεσε του αξιώματος του. (Αυτή η ηλιθιότητα της ορκωμοσίας που φαίνεται να κρατά από τις εποχές που όρκος έδενε απόλυτα τον άνθρωπο με το αντικείμενο ή το θέμα που δεσμευόταν, έχει καταντήσει χειρότερη απ´ αυτή που κάνουν τα παιδιά την ώρα που ορκίζονται κρύβοντας πίσω από την πλάτη τους δύο εφαπτόμενα δάχτυλα, σήμερα έχει καταντήσει γελοιότητα και εμπαιγμός. Η μεγαλύτερη πλάκα γίνεται πάντως όταν ένας υπουργός αλλάζει υπουργείο και ξαναορκίζεται λες κι αν ορκιστεί πως δεν θα κλέψει στο πρώτο υπουργείο δεν πάει ο όρκος και για το δεύτερο).

Πρόσφατα, στις απόκριες ο Μήτσος αρχίσει να βγαίνει στο πεζοδρόμιο έξω απ’ το σπίτι του και να περιποιείται τα άνθη στις δημοτικές ζαρτιέρες. Το Πάσχα όμως πληροφορήθηκα πως έκοψε και την μικρή αυτή έξοδο του. Του σφύριξα, από το παράθυρο του, με χαιρέτησε εγκάρδια σαν παλιοί φίλοι και γείτονες που είμαστε. «Τι θα γίνει, ρε Μήτσο έτσι θα τη βγάζεις», τον επιτίμησα.

«Γιατί, υπάρχει λόγος; Τώρα που νόμισα πως τα μέσα μου θα ισορροπήσουν με τα έξω, ήρθε ένα νατοϊκό βλήμα ουρανίου και έκόψε τον Άη Δημήτρη της πλατείας μας, στη μέση σαν βούτυρο. Σύννεφα ουρανίου, ραδιενεργοί πρόσφυγες. Το παιχνίδι είναι στημένο, το αποτέλεσμα το ξέρουμε, τη διάρκεια του μόνο αγνοούμε. Τους Αμερικάνους τους ξέρουμε πολύ καλά. Που είναι όμως η Ευρώπη; Που είναι τα αριστερά της κόμματα; Που είναι αυτός ο τζιτζιφιόγκος -ο δικός σου ο Ντ’ Αλέμα; Οι Γάλλοι και οι Ιταλοί κομουνιστές; Να κάνουν ρίξη. Άντε την Αν δεν την κάνουν γι’ αυτό το ζήτημα για ποιο θα την κάνουν; Για τον οίνο Βουργουνδίας; Που είναι ο ειρηνιστής ο Φίσερ και τόσοι άλλοι; Μαύρα σκυλιά κατάντησαν στο κοπάδι του πλανητάρχη. Που είναι η Ευρώπη του Γκαίτε, του Ζολά, του Πικάσο, του Φελίνι, του Μαρξ; Τρέχουν στις ανταλλάξιμης αξίες του χρηματιστηρίου. Οι διανοούμενοι βλέπουν τον παπιονάκια του ΝΑΤΟ να μιλά για «μικρολάθη» που γίνονται στις εγχειρήσεις τους και δεν εξεγείρονται κι εσείς δεν είστε ικανοί να διοργανώσετε μια κοινή πορεία ειρήνης, μια γιορτή αντιπολεμικής Πρωτομαγιάς. Αισθάνομαι εγκαταλειμμένος ορφανός. Όχι ένας καλόγερος, γιατί αυτός σε κάτι ελπίζει. Έλα πιο κοντά». Μου πέταξε μία ΑΥΓΗ της 31 Μαρτίου. «Διάβασε αυτό το ποίημα με τίτλο «Βαλκάνια» του Αλέξη Σεβαστάκη.

«..Πως μπορώ να πίνω νερό και να σταυρώνω ψωμί;
Πως μπορώ πια να συγκρατώ τον καταρρέοντα ουρανό και
Να σχεδιάζω ακόμα ποτάμια, δρόμους, ανθόκηπους,
Περιπλανήσεις σε άκοπα βιβλία και
ανακαλύψεις φτερουγισμάτων;
… Ομολόγησα, νήπιος κάποτε,
«εν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών».
Τώρα, γέροντας πια,
ομολογώ ότι σκόρπισεν ο εντός μου πλούτος
χρωμάτων, αρωμάτων, αισθημάτων,
ότι ανεμοσκόρπισαν οι τρομαγμένες λέξεις,
ότι κουρνιαχτός και μπουχός έγιναν
οι άφρονες ελπίδες για ειρηνικά τέλη.
Τώρα έγινα πέτρα. Πέτρα κακιά. Έτοιμη για πόλεμο.
Πέτρα μόνο για φρενιασμένο λιθοβόλημα».

Με κοίταξε με πικραμένο ειρωνικό χαμόγελο. «Δεν είμαι εγώ ο λιποτάκτης. Ο κόσμος σας ο κυνικός, ο γεμάτος υποκρισία είναι ο λιποτάκτης!».
Διαφωνούσα αλλά δεν είχα να πω τίποτα πια. Έφυγα με σκυμμένο κεφάλι. Ο Μήτσος θα αργήσει να ξαναβγεί απ’ το σπίτι του…

Στη φωτογραφία το σπίτι του απέναντι από το δικό μας

Από την επιφυλλίδα «Εποχικά» του Μ. Μπαλαούρα στην «Εποχή»